Η προσωπική και κλινική μου εμπειρία  δείχνουν ότι όλο και περισσότεροι άντρες συμμετέχουν ενεργά στην διαδικασία της διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους.

Πατέρας, δηλαδή γεννήτορας, είναι εκείνος με την βοήθεια του οποίου συλλαμβάνεται ένα παιδί, καθώς και εκείνος που το αναγνωρίζει νομικά και του δίνει το όνομά του.

Ο μπαμπάς (ως ρόλος) με συνειδητές, συγκεκριμένες και ηθελημένες πράξεις  βοηθά την μαμά στην κάλυψη τόσο των βιολογικών όσο και των ψυχοσυναισθηματικών αναγκών του παιδιού, μυώντας το στην τέχνη της ζωής.

Λόγω αυτής της ενεργού και παράλληλης συμμετοχής του μπορεί να μοιραστεί με την μαμά τη θέση του πρώτου αντικειμένου αγάπης για το παιδί.

Η πατρική λειτουργία είναι ασυνείδητη και παραπέμπει στη συμβολική αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του πατέρα στα πλαίσια του οιδιπόδειου.

Λόγω των αλλαγών της σύγχρονης κοινωνίας (διαζύγια κλπ), όλο και πιο συχνά, η πατρική λειτουργία ασκείται από κάποιον ο οποίος μπορεί να μην είναι ο βιολογικός πατέρας του παιδιού.

Η πατρική λειτουργία λοιπόν συνίσταται στον διαχωρισμό του παιδιού από την μητέρα μέσω της διαμεσολάβησης του πατέρα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο στο μεν παιδί επιτρέπεται να ξεφύγει από την συμβιωτική σχέση με την μητέρα του, προκειμένου να αναπτύξει την ταυτότητά του, στη δε μητέρα υπενθυμίζεται ότι είναι και γυναίκα, δηλαδή ένα ον που έχει επιθυμίες και όχι μόνο υποχρεώσεις. 

Κατά συνέπεια οι όροι πατρικός ρόλος και πατρική λειτουργία παραπέμπουν σε δυο ξεχωριστές καταστάσεις.

Για την κοπέλα ο μπαμπάς αντιπροσωπεύει τον «πρώτο έρωτα». Μέσα από την σχέση της μαζί του διαμορφώνει το δικό της πρότυπο του άντρα - συντρόφου. Αυτό θα επηρεάσει τις μελλοντικές της προσδοκίες και θα κατευθύνει τις επιλογές της.

Για το αγόρι ο πατέρας λειτουργεί ως πρότυπο και ως ίνδαλμα.

Η φυσική παρουσία του πατέρα μέσα στην οικογένεια δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκη τη συμβολική παρουσία του πατέρα μέσα στο παιδί.

Με άλλα λόγια, το οιδιπόδειο μπορεί να συγκροτηθεί παρά την φυσική απουσία του πατέρα από την οικογένεια, αλλά και το αντίθετο, δηλαδή να μην συγκροτηθεί, παρότι ο πατέρας είναι σωματικά παρών, εφόσον η μητέρα αρνείται ν’ αποδεχτεί την διαμεσολαβητική λειτουργία του πατέρα.