Σε περίοδο εορτών παρατηρείται συνήθως αύξηση των τηλεοπτικών διαφημίσεων παιχνιδιών, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια όταν τα παιδιά πιέζουν προκειμένου να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά.

Είναι γεγονός, ότι όλα τα παιδιά δεν επηρεάζονται στον ίδιο βαθμό από τις διαφημίσεις. Η ψυχοσύνθεση,  η ψυχοσυναισθηματική ωριμότητα, αλλά και η ποιότητα της σχέσης που διατηρεί το παιδί με τους γονείς του είναι κάποιοι από τους παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά στο διαφημιστικό μήνυμα.

Αντίστοιχα, κάθε οικογένεια έχει τον δικό της τρόπο επικοινωνίας : υπάρχουν οικογένειες όπου η επικοινωνία μεταξύ των μελών είναι εξαιρετικά περιορισμένη λόγω της απουσίας (φυσικής ή συναισθηματικής) του γονιού. Τα παιδιά αυτών των οικογενειών είναι λιγότερο ενημερωμένοι καταναλωτές και επομένως εμφανίζονται πιο ευάλωτα στο διαφημιστικό μήνυμα. Αντίθετα, στις οικογένειες όπου το παιδί ενθαρρύνεται στο να συμμετέχει στις συζητήσεις ως ισότιμος συνομιλητής, τα παιδιά αναπτύσσουν περισσότερο τη κριτική τους ικανότητα και μπορούν να φιλτράρουν καλύτερα το όποιο διαφημιστικό μήνυμα.

Η διαφήμιση αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια μορφή ενημέρωσης αρκεί να μπορούμε να παρακολουθούμε τα πράγματα από κάποια απόσταση διατηρώντας το δικαίωμα της σύγκρισης και της επιλογής.

Το πρόβλημα στις μέρες μας είναι ότι το διαφημιστικό όνειρο φαντάζει πραγματοποιήσιμο μέσω της κατανάλωσης. Με άλλα λόγια, το αντικείμενο της επιθυμίας έχει μετατραπεί σε επιθυμία αντικειμένου. Επιπλέον, οι ίδιοι οι γονείς περνάνε έμμεσα, συχνά, στο παιδί τους το μήνυμα του ανταγωνισμού, όταν συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους γύρω τους. Ο άνθρωπος λοιπόν φθονεί τον όμοιό του, όχι μόνο επειδή αυτός έχει κάτι που ο ίδιος δεν έχει, αλλά επειδή η μη χρησιμοποίηση του προϊόντος τον κάνει να νοιώθει αποκομμένος από τον σύγχρονο κόσμο της απόλαυσης. Ακόμα, η προσωπική αξία του ατόμου μετράται συχνά με εξωτερικά κριτήρια και είναι ανάλογη με την υλική άνεση που επιδεικνύει στην καθημερινή του ζωή.

Ο γονιός όμως, δεν είναι τελείως ανήμπορος απέναντι στην κατάσταση αυτή. Πιο συγκεκριμένα:

  • Έχει τη δυνατότητα να μην τοποθετεί τη τηλεόραση στο παιδικό δωμάτιο ή να μην την αφήνει όλη την ώρα ανοιχτή σε όποιο δωμάτιο και να βρίσκεται αυτή. Το παράδειγμα του γονιού είναι σημαντικό αφού το παιδί ταυτίζεται με το υποτιθέμενο αντικείμενο της επιθυμίας του, προκειμένου να κερδίσει την αγάπη του.
  • Μπορεί να επιδιώκει το διάλογο με το παιδί του. Η συζήτηση βοηθάει το παιδί να αναπτύξει κριτική στάση απέναντι στα πράγματα ώστε να είναι σε θέση να διακρίνει το απατηλό της τηλεοπτικής διαφήμισης από την πραγματικότητα της ζωής.
  • Μπορεί να ενημερώνει το παιδί του για τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Όταν το παιδί αντιληφθεί πόσες ώρες εργασίας αντιπροσωπεύει η αγορά ενός προϊόντος, τότε μπορεί να μάθει να ιεραρχεί τις ανάγκες του.

Τέλος, σκόπιμο είναι να γνωρίζουμε ότι οι στάσεις και συμπεριφορές που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό, την καταναλωτική συμπεριφορά του ατόμου κατά την ενήλικη ζωή του.     Έτσι, δεν χρειάζεται να προσφέρουμε στο παιδί υπερβολική ποσότητα αγαθών, επειδή εμείς τα στερηθήκαμε. Η υπερπροσφορά δεν επιτρέπει την ανάδυση της επιθυμίας και δεν υπάρχει υποκείμενο, όταν δεν υπάρχει επιθυμία.