Η 37χρονη Μαρία, παντρεμένη και μητέρα ενός πεντάχρονου αγοριού, επισκέφθηκε τον ψυχολόγο, επειδή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στο γάμο της και δεν ήθελε να χωρίσει προτού καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια. Το ζευγάρι ήταν μαζί από τα φοιτητικά τους χρόνια και η σχέση τους ήταν αρμονική. Οι μεταξύ τους διαφωνίες είχαν αρχίσει όταν, λόγω κάποιων προβλημάτων στη διάρκεια του τοκετού, το παιδί είχε αρχίσει να εμφανίζει κάποια απόκλιση από τα υπόλοιπα φυσιολογικά παιδιά της ηλικίας του. Η νοημοσύνη του ήταν στα κατώτατα όρια του φυσιολογικού.

Με πολλή προσπάθεια, ίσως κατάφερνε να τελειώσει το γυμνάσιο, όμως ούτε λόγος για το λύκειο, πόσο μάλλον για πανεπιστήμιο. Μέχρι την ημέρα που οι γιατροί τους είχαν ενημερώσει για τα δυσάρεστα , εκείνος ήταν που ήθελε παιδιά, ενώ εκείνη ήταν επιφυλακτική, αλλά το είχε αποφασίσει, επειδή είχε περάσει τα τριάντα. Όταν είχαν εμφανιστεί τα πρώτα συμπτώματα, εκείνος αρνιόταν να δεχτεί ότι υπήρχε πρόβλημα. Αργότερα, όταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, το είχε ρίξει στη δουλειά και ερχόταν στο σπίτι αργά το βράδυ, ίσα- ίσα για να χαϊδέψει το κεφαλάκι του γιου του. Στον αντίποδα εκείνου βρισκόταν η Μαρία που ήταν αφιερωμένη ψυχικά και σωματικά στο παιδί και εξοργιζόταν με την αδιαφορία του.

Μέσα από την διαδικασία της ψυχοθεραπείας, η Μαρία μπόρεσε να έρθει σε επαφή με τα δικά της συναισθήματα, αλλά και να κατανοήσει την τοποθέτηση του άντρα της, πράγμα που άμβλυνε τις μεταξύ τους συγκρούσεις. Πιο συγκεκριμένα, η Μαρία ένιωθε ένοχη, επειδή είχε καθυστερήσει, όπως πίστευε, να γίνει μητέρα. Στο γεγονός αυτό απέδιδε την κακή έκβαση του τοκετού, παρότι ο γιατρός την είχε διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε τέτοιο θέμα. Γι’ αυτό το λόγο βρισκόταν σε μια διαρκή διαδικασία επανόρθωσης. Ο άντρας της δεν μπορούσε, όπως θα όφειλε, να την αποσπάσει από την αποκλειστική της ενασχόληση με το παιδί. Και οι δυο πενθούσαν το φαντασιακό παιδί της περιόδου της εγκυμοσύνης. Τα συναισθήματά τους ήσαν παρόμοια, μόνο η αντίδραση του καθενός ήταν διαφορετική.

Όταν εκείνη κατάφερε να αναγνωρίσει και να προσπεράσει τις ενοχές της, τότε μπόρεσε να επεξεργαστεί τα καταθλιπτικά της συναισθήματα. Ως γυναίκα λοιπόν και όχι τόσο ως μητέρα, πέτυχε να ξαναφέρει κοντά της  τον άντρα της. Στη συνέχεια, εκπαιδευμένη πια η ίδια από τον ψυχολόγο, μπόρεσε να τον βοηθήσει να  αποδεχτεί την κατάσταση του παιδιού τους, χωρίς να ταυτίζεται κατ’ ανάγκη μαζί του θεωρώντας το ως ναρκισσιστική του προέκταση.